Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Ο δημόσιος Λόγος για την Πρόσβαση στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση


Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1993-1996 
Γεράσιμος Λούντζης, Εκπαιδευτικός

Γενικό Πλαίσιο
Μετά τη σύντομη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατά την περίοδο 1990-1993, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) έρχεται ξανά στην εξουσία με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η νέα κυβέρνηση με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου και υφυπουργούς τους Ιωάννη Ανθόπουλο και Ελένη Στεφάνου, ανακόπτει τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης κυβέρνησης που αναφέρονταν σε θέματα σύνδεσης εκπαίδευσης με την αγορά, ιδιωτικοποίηση κλπ. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, εξαγγέλλει τη σταδιακή αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος με επίκεντρο το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Παρά τις αρχικές εξαγγελίες, το νομοθετικό έργο αναφορικά με την εκπαίδευση κατά την θητεία του Γεωργίου Παπανδρέου, περιορίστηκε σε θέματα όπως ο εκσυγχρονισμός του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ν. 2158/1993), διοικητικά θέματα (Ν. 2188/1994), εξετάσεις και μεταγραφές φοιτητών εξωτερικού (Ν. 2233/1994), θέματα μειονοτικών σχολείων (Ν. 2341/1995), η σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (Ν. 2327/1995) κλπ. Επιπρόσθετα, ο Ν. 2083/1992 «Εκσυγχρονισμός της Ανώτατης Εκπαίδευσης» της ΝΔ κληροδότησε στην νέα κυβέρνηση ένα καθεστώς για την ίδρυση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ) και τη λειτουργία των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), που συνιστά ένα νέο δεδομένο στο θέμα της μεταλυκειακής εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι σαφές ότι το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση διατηρείται όπως διαμορφώθηκε με το Νόμο 1771/1988 και τις αλλαγές που καθόρισε η εγκύκλιος Β3/159/08-01-1991 του τότε Υπουργού Παιδείας. Το καθεστώς των Γενικών Εξετάσεων σε πανελλαδικό επίπεδο παραμένει ενώ παράλληλα συνεχίζεται η ποσόστωση για την εισαγωγή των αποφοίτων Ενιαίων Πολυκλαδικών Λυκείων (ΕΠΛ),  Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων (ΤΕΛ) και Ναυτικών Λυκείων χωρίς εξετάσεις και σύμφωνα με το βαθμό του απολυτηρίου. Σε αριθμούς κατά την περίοδο αυτή κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι το 1992-93 ο αριθμός των φοιτητών στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ανέρχεται σε 200.000 φοιτητές ενώ κατά το ίδιο έτος καταγράφεται το 25% των μαθητών να εξέρχονται πρόωρα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Παράλληλα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γ. Παπανδρέου (Πρακτικά βουλής, 07/09/1994) – ελλείψει επίσημων στατιστικών, κάθε χρόνο περίπου 350 δισεκατομμύρια δραχμές δαπανώνται για υπηρεσίες ιδιωτικής εκπαίδευσης ενώ 60-70 δισεκατομμύρια δραχμές διαφεύγουν στο εξωτερικό με τη μορφή φοιτητικού συναλλάγματος.
Σημαντικό στοιχείο της περιόδου 1993-1996 αποτελεί η πορεία της χώρας προς την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), γεγονός που παρέχει μια επιπλέον διάσταση στα εκπαιδευτικά ζητήματα αναδεικνύοντας τον δημόσιο λόγο για την σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Η έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ) για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα το 1995[1], κινείται μέσα σε αυτό πλαίσιο και συχνά αποτελεί σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου και την αντίστοιχη επιχειρηματολογία των πρωταγωνιστών.

Ο δημόσιος λόγος για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δημόσιος λόγος για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση περιστρέφεται γύρω από διαχρονικά αλλά και από μερικά νέα ζητήματα. Ζητήματα προηγουμένων ετών που συνεχίζουν να συζητούνται αφορούν στην αυξημένη ζήτηση για Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, στην αναξιοπιστία του συστήματος εξετάσεων, στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, στη διαρροή φοιτητικού συναλλάγματος, στη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και ιδιαιτέρως της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στην υποβάθμιση της δευτεροβάθμιας και τεχνικής εκπαίδευσης, στην αποτυχία των εξετάσεων κλπ. Νέα ζητήματα που ανακύπτουν ή που επαναπροσεγγίζονται με αυξημένη βαρύτητα αφορούν στην αποτυχία του συστήματος των Γενικών Εξετάσεων και στην εφαρμογή  του Εθνικού Απολυτηρίου, στον εκ νέου προσδιορισμό των σχέσεων σχολείου, κράτους και αγοράς, στην λειτουργία των ιδιωτικών Πανεπιστημίων και στον θεσμό του ΕΑΠ και των ΙΕΚ. Δημοφιλέστερο ζήτημα της περιόδου αποτελεί η εξαγγελία του Γεωργίου Παπανδρέου περί διαμόρφωσης Εθνικού Απολυτηρίου που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου λόγου και συνδέεται και με την αντιμετώπιση επιμέρους εκπαιδευτικών ζητημάτων.
Στη συνέχεια, παρουσιάζονται τα παραπάνω βασικά ζητήματα της περιόδου 1993-1996 που απασχόλησαν το δημόσιο λόγο, ως προς τους πρωταγωνιστές και την λογική της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσεται. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι τα επιμέρους ζητήματα, που αφορούν το δημόσιο λόγο για την πρόσβαση, δεν είναι μπορούν εύκολα να θεωρηθούν ως ανεξάρτητα μεταξύ τους και ξεχωριστά. Η διάκριση επιχειρείται ως ένα αναλυτικό εργαλείο για τη διευκόλυνση της μελέτης ενώ τα δεδομένα της έρευνας προέρχονται κυρίως από τον εθνικό τύπο της εποχής και τα αντίστοιχα πρακτικά της Βουλής. Παράλληλα, ως βασική μονάδα ανάλυσης της περιόδου χρησιμοποιείται το ζήτημα του Εθνικού Απολυτηρίου γύρω από το οποίο υφαίνονται και τα περισσότερα επιμέρους ζητήματα που σχετίζονται με την πρόσβαση.

Η αποτυχία των Γενικών Εξετάσεων
Από τον πρώτο κιόλας χρόνο της υπουργίας του, ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε να διατυπώνει τις προθέσεις του για αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ο δημόσιος λόγος άρχισε να τροφοδοτείται με έναυσμα τις τοποθετήσεις του στη βουλή περί αυτονόμησης του Λυκείου και ανάγκη αναμόρφωσης του συστήματος εξετάσεων ώστε «…να αποβάλλει τον τυχαίο και μηχανιστικό του χαρακτήρα…» (Πρακτικά Βουλής, 23/10/1993). Στο επόμενο διάστημα, οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις άρχισαν και αυτές να τοποθετούνται πάνω στις αδυναμίες του συστήματος των εισαγωγικών εξετάσεων προβάλλοντας κυρίως μια επιχειρηματολογία κοινωνικής και εκπαιδευτικής λογικής. Ειδικότερα, τον Σεπτέμβριο του 1994 στη Βουλή έγιναν σημαντικές τοποθετήσεις από τους πολιτικούς πρωταγωνιστές  σχετικά με την πολιτική της κυβέρνησης στο χώρο της εκπαίδευσης (Πρακτικά Βουλής, 07/09/1994). Ο Γεώργιος Παπανδρέου διατύπωσε ξανά την άποψη για αλλαγή του τρόπου πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και αναφέρθηκε στην «πλήρη αποτυχία» των Γενικών Εξετάσεων. Εστίασε στην αναξιοπιστία του συστήματος να καλλιεργήσει και να αξιολογήσει την κριτική ικανότητα των μαθητών, και επεσήμανε μια επιπλέον κοινωνική διάσταση, αυτήν της κοινωνικής ανισότητας, ως ανισότητα αποτελεσμάτων, με αναφορά στις δυσκολίες πρόσβασης και τον αποκλεισμό των Ελλήνων της διασποράς, των παλιννοστούντων και της μουσουλμανικής μειονότητας.
Στην ίδια συνεδρίαση, ο Αθανάσιος Κονταξής, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, παίρνοντας μια θέση διακινδύνευσης, αντιπαραθέτει την παράμετρο του ψυχικού κόστους των υποψηφίων από τις συνεχείς αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και αντιτίθεται στις εξαγγελίες του Γεωργίου Παπανδρέου για αλλαγή του τρόπου πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πρακτικά Βουλής, 07/09/1994). Στη συνέχεια ο Γεώργιος Σουφλιάς, επίσης βουλευτής της ΝΔ κατακρίνει τις εξαγγελίες Παπανδρέου ως αυθαίρετες από την έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης, έρευνας και διαλόγου ενώ ο κ. Κονταξής επανέρχεται για να διαπιστώσει την αποτυχία του συστήματος των γενικών Εξετάσεων και να επισημάνει την αναξιοπιστία του ως προς την διακριτική του ικανότητα.
Σε μια πρώτη φάση λοιπόν, και ενώ οι προτάσεις του νέου Υπουργού Παιδείας είναι ακόμα γενικές, ο δημόσιος λόγος γύρω από την πρόσβαση είναι κυρίως κοινοβουλευτικός. Η επιχειρηματολογία δε, είναι χωρίς βάθος με πρόχειρες αναφορές στο αναξιόπιστο, από πλευράς διακριτικής ικανότητας, σύστημα εξετάσεων και σε  αποσπασματικές, κοινωνικής λογικής, αναφορές περί ίσων ευκαιριών και διακρίσεων. Ελλείψει σαφήνειας, ιδιαίτερη συνοχή στις απόψεις δεν διαπιστώνεται, με εξαίρεση ίσως στον πολιτικό λόγο που αφορά στη διακριτική ικανότητα των εξετάσεων η οποία θεωρείται ότι δεν καλλιεργεί όσο θα έπρεπε την κριτική σκέψη, παρά περιορίζεται σε ένα μηχανιστικό χαρακτήρα με πρακτικές αποστήθισης. Στον αντιπολιτευτικό λόγο δε, διακρίνεται επιπρόσθετα ένα έλλειμμα από κοινού προσέγγισης που σε τελική ερμηνεία εμφανίζεται ως εξαρχής αντιδραστική απάντηση σε αλλαγές που φαίνεται ότι θα επιχειρήσει να κάνει η Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό της θέσης αυτής είναι οι αντιφάσεις στο λόγο του κ. Κονταξή που ενώ συμφωνεί ότι το εξεταστικό σύστημα έχει σοβαρές αδυναμίες, εναντιώνεται σε οποιαδήποτε αλλαγή (Πρακτικά Βουλής, 07/09/1994).
Σημαντική καμπή στο δημόσιο λόγο περί πρόσβασης συνιστά η έκθεση του Οικονομικού Οργανισμού Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το 1995. Κατά παραγγελία του Υπουργείου Παιδείας οι εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ κατέληξαν σε μια συνολική αποτίμηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σχετικά με την πρόσβαση ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει αρχικά την πλεονάζουσα βαρύτητα της αποστήθισης στο σύστημα εξετάσεων και τον υπερσυγκεντρωτισμό στα εξεταζόμενα μαθήματα, χαρακτηρίζοντας ακατάλληλο το εκπαιδευτικό σύστημα και αναδεικνύοντας από εκπαιδευτικής πλευράς τις αδυναμίες του εξεταστικού συστήματος αλλά και την υποβάθμιση των τελευταίων τάξεων του λυκείου. Τα πορίσματα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του ΟΟΣΑ αποτέλεσαν τη βάση για την εκ νέου πυροδότηση του δημόσιου λόγου για την πρόσβαση, με επίκεντρο την αναγκαιότητα αλλαγής του τρόπου εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και την καθιέρωση του Εθνικού Απολυτηρίου.
Ο λόγος περί αποτυχίας των Γενικών Εξετάσεων βέβαια δεν αναλώνεται μόνο σε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Άλλωστε κάθε επιμέρους ζήτημα για την πρόσβαση υποκρύπτει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ανεπάρκεια του υπάρχοντος συστήματος. Πάνω σε αυτή τη βάση της ανεπάρκειας και αποτυχίας (ή τουλάχιστον πάνω σε αυτήν την παραδοχή) και ενώ δε γίνεται πάντα άμεση αναφορά, διαμορφώνεται το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου λόγου που παρουσιάζεται στη συνέχεια.

Ο θεσμός του Εθνικού Απολυτηρίου
Οι πρώτες τοποθετήσεις του Γ. Παπανδρέου που άρχισαν να σχηματίζουν το πλαίσιο για το Εθνικό Απολυτήριο εμφανίστηκαν τον Ιούλιο του 1994 με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις από τον εθνικό τύπο (Αυριανή, 28/7/1994; Ελευθεροτυπία, 28/7/1994). Οι τοποθετήσεις αυτές πήραν λίγο πιο συγκεκριμένη μορφή τον Ιούλιο του 1995 με έναυσμα την επικείμενη έκθεση του ΟΟΣΑ, όπου ξεκίνησε, επίσημα πλέον, η ανάπτυξη ενός δημοσίου λόγου αναφορικά με την αλλαγή του συστήματος εισαγωγικών εξετάσεων. Αφορμή στάθηκαν οι προτάσεις για το νέο σύστημα που ανακοίνωσε ο Γ. Παπανδρέου στις 28 Ιουλίου με ορίζοντα εφαρμογής το έτος 1999. Στις προτάσεις αυτές περιέγραψε τις βασικές αλλαγές που θα επιχειρηθούν και αναφέρθηκε στην κατάργηση των δεσμών και στην αντικατάστασή τους από εξετάσεις σε εθνικό επίπεδο για την απόκτηση εθνικού απολυτηρίου, καθώς και στον καθορισμό συντελεστών βαρύτητας από τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την εισαγωγή των φοιτητών (Ελευθεροτυπία, 28/07/1995; Νίκη, 29/07/1995). Αντίστοιχα για τα ΤΕΛ και τα ΕΠΛ εξαγγέλθηκε ότι θα συνεχιστεί το ειδικό πρόγραμμα ποσόστωσης.
Μέρος του εθνικού τύπου, την περίοδο αυτή, χαρακτηρίζει τις επερχόμενες αλλαγές ως «κληρονομιά του Γέρου» κάνοντας έναν παραλληλισμό με το ακαδημαϊκό απολυτήριο που καθιέρωσε το 1965 ο Γεώργιος Παπανδρέου. Οι εφημερίδες Νίκη και Ελευθεροτυπία, σε ανυπόγραφα άρθρα, τηρούν μια σχετικά ουδέτερη προς θετική στάση απέναντι στις προτάσεις Παπανδρέου, με την δεύτερη να προβάλλει το νέο σύστημα ως αυτό που συγκεντρώνει τα περισσότερα πλεονεκτήματα έναντι των εναλλακτικών (Ελευθεροτυπία, 28/07/1995). Χαρακτηριστικά υποστηρίζει, στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και εκπαιδευτικής θεώρησης, ότι το νέο σύστημα ενισχύει τη δικαιότερη επιλογή των υποψηφίων αλλά και την ποιοτική αναβάθμιση του Λυκείου. Σε αυτήν την εκδοχή του δημόσιου λόγου μπορεί αρχικά να εντοπιστεί μια σύνδεση με προηγούμενες αναφορές στον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης σε σχέση με τον μηχανιστικό και τυχαίο χαρακτήρα των Γενικών Εξετάσεων αλλά και μια σύνδεση με την έκθεση του ΟΟΣΑ που αναφέρεται στην ανάγκη αποδέσμευσης του Λυκείου από τις εξετάσεις εισαγωγής.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη (29/07/1995) ο Ι. Φωτούλας αναφέρεται σε «φραγμούς στη μόρφωση» και «ενίσχυση της παραπαιδείας». Μέσα από το άρθρο του υποστηρίζει ότι το Εθνικό Απολυτήριο θα οδηγήσει σε έξαρση της παραπαιδείας εφόσον πλέον όλοι οι μαθητές του Λυκείου θα ανατρέξουν στη φροντιστηριακή εκπαίδευση ανεξαρτήτως αν θα θελήσουν να σπουδάσουν ή όχι. Κατά τον ίδιο, η υπόθεση αυτή ενισχύει την αποθάρρυνση των μειονεκτούντων οικονομικά, την αύξηση της σχολικής διαρροής, τη μείωση των νέων που θα στραφούν σε σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεδομένης της αριστερής στάσης της εφημερίδος που αρθρογραφεί ο κ. Φωτούλας, αναδεικνύονται μέσα από τις θέσεις του θεμελιώδεις ιδεολογικές παραδοχές που αφορούν το ρόλο της εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια διαφαίνεται η παραδοχή περί δωρεάν παιδείας, περί ίσων ευκαιριών και περί ανοιχτής πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Με μια διακοπή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ο δημόσιος λόγος για το νέο σύστημα πρόσβασης και το Εθνικό Απολυτήριο επανέρχεται τον Σεπτέμβριο του 2009 με τον Γ. Παπανδρέου και τους Πρυτάνεις του Πανεπιστήμιου Αθηνών, του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιο Θράκης και του Πάντειου Πανεπιστημίου να κάνουν δημόσιο διάλογο πάνω σε επιμέρους διαστάσεις του ζητήματος (Ελευθεροτυπία, 18/09/1995). Στον δημόσιο αυτό διάλογο συμμετείχαν οι πρυτάνεις Π. Γέμτος, του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γ. Πανούσης, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Δ. Κώνστας, του Πάντειου Πανεπιστημίου. Σε γενικές γραμμές οι συνομιλητές συμφώνησαν ότι το σύστημα του Εθνικού Απολυτηρίου προσανατολίζεται προς τη σωστή κατεύθυνση και αντιμετωπίζει σημαντικές παθογένειες του εκπαιδευτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, ο Π. Γέμτος αναφέρει ότι το σύστημα του Εθνικού Απολυτηρίου
«…διασφαλίζει ότι η τελευταία τάξη του Λυκείου επανεντάσσεται στη μέση παιδεία…» και συμβάλλει στην «…αποκατάσταση της λειτουργίας του Λυκείου…» (Ελευθεροτυπία, 18/09/1995).
Αντίστοιχα, ο Γ. Πανούσης εστιάζει στον τυχαίο χαρακτήρα των Γενικών Εξετάσεων και χαρακτηριστικά αναφέρει ότι
«…το ζητούμενο είναι να μην είναι μια ζαριά η ζωή του υποψηφίου. Να είναι η πορεία…», τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα θετικά στοιχεία του Εθνικού Απολυτηρίου (Ελευθεροτυπία, 18/09/1995).
Παράλληλα, ο Δ. Κώνστας κάνοντας μια αναφορά στα θετικά στοιχεία του Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου του 1965, υπογραμμίζει ότι
«…το προτεινόμενο σύστημα με το εθνικό απολυτήριο αναβαθμίζει οποιαδήποτε προσπάθεια παρέμβασης στο χώρο της μέσης παιδείας, η οποία θέτει ένα γενικό μέσο όρο ποιότητας εκπαίδευσης για όλα τα Λύκεια…»
Οι επιμέρους πλευρές διαφοροποιούνται ελαφρώς ως προς τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του Εθνικού Απολυτηρίου και ως προς το βάθος της αποτελεσματικότητας, αλλά επί της ουσίας οι απόψεις συγκλίνουν. Χαρακτηριστικά, συνδέουν την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και την κατάργηση του προϋπάρχοντος μηχανιστικού και τυχαίου συστήματος αποστήθισης αλλά και με την αναβάθμιση της μέσης εκπαίδευσης ως επακόλουθο της προσπάθειας αποσύνδεσης από την εισαγωγή στην τριτοβάθμια. Ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση αποτελεί η πρόταση του Γ. Πανούση για την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου σε συνδυασμό με εξετάσεις χωρίς εξεταστέα ύλη ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο της αποστήθισης, ιδίως στα μαθήματα με συντελεστές αυξημένης βαρύτητας. Για την περαιτέρω τεκμηρίωση της θέσης του παραλληλίζει την πρόταση του με το γαλλικό σύστημα του baccalaureate.
Διακρίνεται λοιπόν, από τα παραπάνω, η υποστήριξη του νέου συστήματος από τους πρυτάνεις μέσα από μία καθαρά εκπαιδευτική προσέγγιση χωρίς σημαντικές αναφορές στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις του φαινομένου. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι την ίδια περίοδο το Υπουργείο Παιδείας βρίσκεται σε διαπραγμάτευση με τις πρυτανικές αρχές αναφορικά με τις ανάγκες χρηματοδότησης και την οικονομική αναβάθμιση των πανεπιστημίων (Ριζοσπάστης, 21/10/95). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει μιας δευτέρας τάξης σχέση εξάρτησης ή συναλλαγής των πρυτανικών αρχών με το Υπουργείο Παιδείας που ενδέχεται να επηρεάζει και την στάση και προσωπική τοποθέτηση των πρυτάνεων αναφορικά με την υποστήριξη της ευρύτερης εκπαιδευτικής πολιτικής του Γ. Παπανδρέου.
Επόμενη καμπή στο δημόσιο λόγο σχετικά με την πρόσβαση και ειδικότερα με το Εθνικό Απολυτήριο εμφανίζεται τον Ιούνιο του 1996. Η αφορμή αυτή τη φορά είναι προετοιμασία του νομοσχεδίου για την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου και άλλων σχετικών θεμάτων. Έτσι, στην εφημερίδα Αυγή (01/06/1996) γίνεται μια πρώτη περιγραφή του νομοσχεδίου παρουσιάζοντας παράλληλα και τις βασικές θέσεις των λοιπών πολιτικών δυνάμεων καθώς και της ΟΛΜΕ. Η Νέα Δημοκρατία μέσω του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της κ. Σουφλιά αντιπαραθέτει την έλλειψη προετοιμασίας και την ανυπαρξία μελέτης ενώ παράλληλα υποστηρίζει πως το εθνικό απολυτήριο θα υποβαθμίζει το Λύκειο μετατρέποντάς το σε εξεταστικό κέντρο (Αυγή, 01/06/1996). Αντίστοιχα, το ΚΚΕ δηλώνει για άλλη μια φορά τον κίνδυνο της έξαρσης της παραπαιδείας ενώ ο Συνασπισμός μιλά για απλή παραλλαγή του υπάρχοντος συστήματος (Αυγή, 01/06/1996). Σε αυτή τη νέα εκδήλωση θέσεων των πολιτικών δυνάμεων διακρίνεται γενικά μια αδύναμη και επιφανειακή επιχειρηματολογία. Με εξαίρεση το ΚΚΕ, όπου οι θέσεις του φαίνεται να υπαγορεύονται από ένα αυστηρό ιδεολογικό υπόβαθρο, τα υπόλοιπα κόμματα μοιάζει να αναμασούν τους δημοφιλείς αντιλόγους.
Από την άλλη πλευρά η ΟΛΜΕ επισημαίνει την απουσία διαλόγου στη διαδικασία διαμόρφωσης του Εθνικού Απολυτηρίου και την έλλειψη ικανού χρόνου για την προετοιμασία των εκπαιδευτικών για μια τέτοια αλλαγή (Αυγή, 01/06/1996). Μάλιστα, ο κ. Κατρίνης, Πρόεδρος της ΟΛΜΕ, σε συνέντευξή του στα ΝΕΑ (10/06/1996) αναφέρεται σε «θεσμικό κεραυνό», σε κίνδυνο έξαρσης της παραπαιδείας και στην αδυναμία του «θολού» Εθνικού Απολυτηρίου να αγγίξει την καρδιά της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Επ’ αυτού ζητά αναβολή της κατάθεσης του νομοσχεδίου και έναρξη διαλόγου από τη βάση. Η αντίθεση εδώ της ΟΛΜΕ φαίνεται να μην είναι τόσο επί της ουσίας της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αλλά επί της διαδικασίας. Επιζητά περισσότερο χρόνο, περισσότερο διάλογο, αναβολή, κοκ ενδεχομένως ελλείψει επιχειρημάτων και τεκμηριωμένων θέσεων. Πιθανότατα δε, το ζήτημα του Εθνικού Απολυτηρίου να έχει επιφέρει διχογνωμία και μέσα στους κλάδους των εκπαιδευτικών, αναλογιζόμενοι, με μια ορθολογιστική προσέγγιση, τις επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο εργασιακό καθεστώς των εκπαιδευτικών.
Σε συνέχεια προηγούμενης αναφοράς στη στάση των πρυτανικών αρχών στο ζήτημα του Εθνικού Απολυτηρίου, κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε την προσπάθεια της συνόδου των Πρυτάνεων να ταξινομήσουν και να αξιολογήσουν τις εναλλακτικές επιλογές για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σε σύνοδο που έγινε στα Χανιά τον Μάρτιο του 1996 παρουσιάστηκε μια τέτοια ταξινόμηση και αξιολόγηση η οποία είχε ανατεθεί στον κ. Π. Ξωχέλλη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παρόλο που η σύνοδος δεν εξέδωσε σχετική απόφαση ή ανακοίνωση (Τα Νέα του Πολυτεχνείου Κρήτης, 1996), οπότε και δεν μπορεί τεκμηριωθεί ότι πρόκειται περί θέσης της συνόδου των πρυτάνεων, αξίζει να επισημανθούν τα βασικά στοιχεία κριτικής του Εθνικού Απολυτηρίου όπως παρουσιάστηκαν από τον κ. Ξωχέλλη (Αυγή, 02/06/1996). Κατ’ αρχάς ο κ. Ξωχέλλης δέχτηκε ότι το νέο σύστημα παρουσιάζει σημαντική βελτίωση σε σχέση με το υπάρχον και υποστήριξε ότι τα πλεονεκτήματα είναι αρκετά. Παρόλα αυτά, στάθηκε και αυτός στο ζήτημα της παραπαιδείας και στους κινδύνους έξαρσης που εγκυμονεί η εφαρμογή του  Εθνικού Απολυτηρίου μέσα στους κόλπους και των τριών τάξεων του Λυκείου. Επιπρόσθετα, τόνισε ότι παρόλο που καταργούνται οι Γενικές Εξετάσεις, το νέο σύστημα δεν απαλλάσσει το Λύκειο από τη διαδικασία επιλογής των σπουδαστών. Προσωπική του πρόταση δε, αποτελεί ο συνδυασμός στοιχείων του Εθνικού Απολυτηρίου με παράλληλη καθιέρωση μεταλυκειακής βαθμίδας για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η προσέγγιση του κ. Ξωχέλλη είναι προφανώς μια εκπαιδευτική – επιστημονική προσέγγιση προσανατολισμένη στη λειτουργία του συστήματος που δεν φαίνεται ούτε αυτή να λαμβάνει υπόψη της άλλες κοινωνικές ή οικονομικές πλευρές.
Λίγες μέρες αργότερα, ο καθηγητής Αλέξης Δημαράς, παρουσίασε σε συνέντευξή του στην Καθημερινή (09/06/2009), τις θέσεις του για το Εθνικό Απολυτήριο. Ο Αλ. Δημαράς, Πρόεδρος του νεοσύστατου Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας του ΥΠΕΠΘ και ένας από τους βασικούς σχεδιαστές του Εθνικού Απολυτηρίου, διατύπωσε την πεποίθηση ότι οι αλλαγές που προβλέπει το νέο νομοσχέδιο είναι βασικά βήματα που πρέπει να γίνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Χαρακτηριστικά αναφέρει σχετικά με την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου ότι:
«…Στη σχέση δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα θα περάσει σταδιακά από τη φάση του απαιτούμενου αλλά όχι επαρκούς, στη φάση απαιτούμενου και επαρκούς…» (Καθημερινή, 09/06/2009)
Ο λόγος του επικεντρώνεται στην προσπάθεια αλλαγής του τρόπου προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου στο Λύκειο, από τη μια πλευρά και στην προσπάθεια δημιουργίας φοιτητικού πληθυσμού με ικανό γνωστικό υπόβαθρο από την άλλη. Σύμφωνα με τον Αλ. Δημαρά, η προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου όπως εκφράζεται από τις αλλαγές που επιφέρει το Εθνικό Απολυτήριο, προσανατολίζεται προς την γενική παιδεία. Ο ίδιος αναφέρει ότι:
«…τα μαθήματα γενικής παιδείας του Εθνικού Απολυτηρίου αντικατοπτρίζουν, σε μεγάλη έκταση, την επικρατούσα κοινωνική αντίληψη στον τόπο μας για τους άξονες της γενικής μόρφωσης ενός αποφοίτου Λυκείου: γνώση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, γνώση της ιστορίας, γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας, βασική γνώση μαθηματικών, βασική γνώση άλλων θετικών επιστημών…» (Καθημερινή, 09/06/2009)
Η παραπάνω προσέγγιση της γνώσης συνδέεται, σύμφωνα με τον ίδιο, και με την ανάγκη για
«…μια ορθολογική αναγνώριση των θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών του πολιτισμού και της κοινωνίας μας, έτσι ώστε να αναγνωρίζουμε και τα όρια του ρόλου που θα παίξουμε και τις δυνατότητές παρέμβασής μας στο διεθνή χώρο…»
παρατηρώντας παράλληλα ότι
«…διαπιστώνεται ένας πολύ έντονος ελληνοκεντρισμός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος…»
Σημαντική παράμετρος στην τοποθέτηση του αφορά σε ζητήματα σχετικά με την προσέγγιση της γνώσης, θέτοντας την διάσταση ότι ο σχεδιασμός του Εθνικού Απολυτηρίου έχει λάβει υπόψη του τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις περί γενικής παιδείας καθώς και τον εγκλωβισμό του υπάρχοντος συστήματος σε ένα εθνοκεντρικό ρόλο. Οι παραπάνω διαστάσεις, που δεν εντοπίστηκαν σε άλλες πηγές του δημόσιου λόγου της περιόδου, τυγχάνουν ιδιαίτερης βαρύτητας δεδομένου ότι ο Αλ. Δημαράς είναι από τους βασικούς σχεδιαστές του Εθνικού Απολυτηρίου. Με άλλα λόγια ο Αλ. Δημαράς δεν αντιμετωπίζει το θέμα της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ως ένα τεχνικό ζήτημα και ένα κανονιστικό πλαίσιο, αλλά το συνδέει και με άλλες κοινωνικές διαστάσεις και αξίες (είτε θεσμικά ενσωματωμένες στο εκπαιδευτικό σύστημα είτε εσωτερικευμένες στο ελληνικό πληθυσμό), που θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στην επιτυχία της εφαρμογής του Εθνικού Απολυτηρίου. Η λογική της επιχειρηματολογίας του βασίζεται πρωτίστως στις αδυναμίες του υπάρχοντος συστήματος και η προσέγγιση του εκτείνεται μέσα σε μια εκπαιδευτική λογική με αναφορά σε κοινωνικά επιχειρήματα όπως η ανάγκη επανεξέτασης του ζητήματος του κλειστού αριθμού υποψηφίων αναφορικά με το δικαίωμα όλων στη γνώση, που το θεωρεί ως ένα επόμενο βήμα στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Τελικά, ο δημόσιος λόγος για το Εθνικό Απολυτήριο διακόπηκε ξαφνικά με το θάνατο του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, στις 16 Ιουνίου του 1996. Στη νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε με Πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Σημίτη, το Υπουργείο Παιδείας ανατέθηκε στον Γεράσιμο Αρσένη με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν νέες προσεγγίσεις για αλλαγές στην εκπαίδευση. Το νομοσχέδιο δε, για το Εθνικό Απολυτήριο δεν κατατέθηκε ποτέ, ενώ λίγους μήνες αργότερα αποκαλύπτεται πια η διαφωνία του κ. Αρσένη με την υιοθέτηση του Εθνικού Απολυτήριου (Πρακτικά Βουλής, 12/10/1996; Έθνος, 16/10/2009).
Σε όσα αναφέρθηκαν για το Εθνικό Απολυτήριο, μπορεί κανείς να εντοπίσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα αλλά και τα επιμέρους ζητήματα που σχετίζονται με την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι τα επιμέρους ζητήματα που αναδεικνύονταν είχαν περισσότερο της μορφή επιχειρηματολογίας, υπέρ ή κατά του Εθνικού Απολυτηρίου, και λιγότερο συνιστούσαν ένα ξεχωριστό ζήτημα για το οποίο γινόταν λόγος. Συνοψίζοντας λοιπόν τα παραπάνω, από τους πολιτικούς πρωταγωνιστές ξεχωρίζει η θέση του ΚΚΕ όπου στις αντίστοιχες αναφορές διακρίνεται το ιδεολογικό της υπόβαθρο. Στηριζόμενα σε μια κοινωνική λογική περί δικαιώματος όλων στη γνώση, ισότητας ευκαιριών και ταξικών διακρίσεων, μέσα από το Εθνικό Απολυτήριο, αναδεικνύονται και τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν στα φροντιστήρια, στην παραπαιδεία και στον αναπαραγωγικό ρόλο της εκπαίδευσης. Αν και οι θέσεις του ΚΚΕ εμφανίστηκαν πιο ακραίες και σε υπερβολή, συγκριτικά με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, χαρακτηρίζονται όμως από μια εσωτερική συνέπεια που πηγάζει από τις αυστηρές και δύσκολα διαπραγματεύσιμες ιδεολογικές παραδοχές του κόμματος. Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ επιχειρηματολόγησε στη βάση μιας εκπαιδευτικής και επιστημονικής προσέγγισης χωρίς ιδιαίτερο βάθος και με κύρια εστίαση στην υποβαθμισμένη λειτουργία του Λυκείου και την τυχαία και μηχανιστική λειτουργία των γενικών Εξετάσεων. Με όρους οικονομικής θεώρησης και υπό το πλαίσιο της έκθεσης του ΟΟΣΑ, αν και δεν τεκμηριώθηκε επίσημα, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το Εθνικό Απολυτήριο είχε παράπλευρο στόχο την επιλογή των ικανότερων ως επένδυση στο φοιτητικό κεφάλαιο και για την εξυπηρέτηση αναγκών της αγοράς και την άμβλυνση της ζήτησης για Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με την προώθηση των αποφοίτων Εθνικού Απολυτηρίου στην αγορά εργασίας. Αντίστοιχα, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν νωρίτερα, η Νέα Δημοκρατία, χωρίς να διακρίνεται από μια ενιαία κομματική ή ιδεολογική γραμμή, λειτούργησε κυρίως αντιπολιτευτικά και με διάσπαρτα κοινωνικής και εκπαιδευτικής φύσεως επιχειρήματα προσπαθούσε να βάλλει τον κυβερνητικό λόγο.
Παράλληλα, από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις εντοπίστηκε μόνο η θέση της ΟΛΜΕ που επικέντρωσε στην απουσία του διαλόγου και γενικότερα χωρίς επαρκή επιχειρηματολογία προσπαθούσε να πείσει για την ματαίωση και αναβολή του Εθνικού Απολυτηρίου με μια στάση αμφισβήτησης και αντίστασης στην αλλαγή. Από τον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, η Σύνοδος των Πρυτάνεων αν και ασχολήθηκε σε επίπεδο εσωτερικής διαβούλευσης με το θέμα της πρόσβασης, δεν εξέδωσε μέσα στην περίοδο αυτή κάποια επίσημη πρόταση, απόφαση ή κριτική για το Εθνικό Απολυτήριο. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέμα της χρηματοδότησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ περιστασιακά και χωρίς να αποτελούν επίσημη θέση της, τοποθετήθηκαν επί του ζητήματος ορισμένοι Πρυτάνεις και καθηγητές των οποίων οι θέσεις παρουσιάστηκαν νωρίτερα. Οι δύο τελευταίοι καθώς και οι εφημερίδες της περιόδου που αποτέλεσαν τη βασική έκφραση τη κοινής γνώμης και πραγματοποίησαν διαφορετικές προσεγγίσεις ερχόμενοι συχνά σε αντιθέσεις. Η εξαγωγή μιας ενιαίας θέσης της κοινής γνώμης και ειδικότερα του Τύπου δεν είναι εφικτή αν αναλογιστεί κανείς πως οι περισσότεροι εκφραστές της με το έναν ή τον άλλο τρόπο είναι προσκείμενοι σε κάποια πολιτική δύναμη. Παρόλα αυτά μέσα από τις περισσότερες προσεγγίσεις προκύπτει και εδώ το ζήτημα της παραπαιδείας ως ένα κυρίαρχο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο υποστηρίζεται ότι ενισχύεται από την εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου.

Άλλα ζητήματα σχετικά με την πρόσβαση
Όπως αποκαλύφθηκαν μέσα από το δημόσιο λόγο για το Εθνικό Απολυτήριο, στον κοινωνικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό λόγο υποβόσκουν επιμέρους ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Μερικά από αυτά ήδη αναφέρθηκαν προηγουμένως (παραπαιδεία, διακριτική ικανότητα των εξετάσεων, ζήτηση για Τριτοβάθμια Εκπαίδευση κλπ) ενώ μερικά άλλα χρειάζεται να αναφερθούν ξεχωριστά.
Κατ’ αρχάς, αξίζει να επισημανθεί ότι, αν και σε περιορισμένη έκταση και κυρίως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, συζητήθηκε ο θεσμός των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης, ως κληροδότημα της προηγούμενης κυβέρνησης. Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, οι βουλευτές κ. Σημαιοφορίδης και κ. Μπεκίρης τοποθετήθηκαν υπέρ της ενίσχυσης του θεσμού, που άλλωστε το κόμμα τους θεσμοθέτησε. Υποστήριξαν ότι καλύπτει ένα μεγάλο κενό μεταξύ δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντιμετωπίζει την αποτυχία των μαθητών στις Γενικές Εξετάσεις και δίνει διέξοδο στο πρόβλημα της ζήτησης και στον κλειστό αριθμό εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Πρακτικά Βουλής, 07/09/1994). Περίπου, στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετήθηκε και ο Υπουργός Παιδείας του ΠΑΣΟΚ, κ. Παπανδρέου, εστιάζοντας όμως στο ότι αυτή η μετα-δευτεροβάθμια εκπαίδευση χρειάζεται να είναι «τεχνική» και επίσης χρειάζεται να καθοριστεί ακριβέστερα το πλαίσιο λειτουργίας της σε σχέση με την χρηματοδότηση, τα επαγγελματικά δικαιώματα και τον τρόπο σύνδεσης με το υπόλοιπο εκπαιδευτικό σύστημα (Πρακτικά Βουλής, 07/09/1994). Ριζικά αντίθετη στάση κράτησε το ΚΚΕ προσανατολίζοντας την επιχειρηματολογία του στο ότι ο θεσμός των ΙΕΚ υποβαθμίζει την τριτοβάθμια εκπαίδευση, προωθεί την κατάρτιση έναντι της εκπαίδευσης και μέσω των ιδιωτικών ΙΕΚ ανοίγει το δρόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση (Ριζοσπάστης, 17/02/1995).
Στις παραπάνω τοποθετήσεις διαφαίνονται σαφώς δύο αντιδιαμετρικές προσεγγίσεις σε σχέση με τα ΙΕΚ. Από τη μια πλευρά το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ (που ενώ δημιουργούν αντιλόγους μεταξύ τους, στην ουσία συμφωνούν) προβάλλουν κοινωνικά και εκπαιδευτικά επιχειρήματα που σε μια πιο προσεκτική ανάγνωση αναδεικνύουν τις θέσεις τους για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς και για την δημιουργία εργατικού δυναμικού, καταρτισμένου και «φτηνότερου». Η παραπάνω οικονομικής λογικής ερμηνεία, είτε θεωρείται σωστή είτε όχι, έρχεται σαφώς σε σύγκρουση με τις ιδεολογικές παραδοχές της αριστεράς. Εδώ λοιπόν ξεδιπλώνεται η αντίθεση του ΚΚΕ που επιμένει στην δημόσια και δωρεάν παιδεία ως αποκλειστικά δημόσιο αγαθό - και όχι στα ιδιωτικά ΙΕΚ -, στο δικαίωμα στη γνώση και στο «άνοιγμα» των πανεπιστημίων, στην εκπαίδευση και όχι στην κατάρτιση.
Στη συνέχεια και ενώ ο δημόσιος λόγος για τα ΙΕΚ εξασθένησε στο πλαίσιο των υπολοίπων εκπαιδευτικών ζητημάτων της περιόδου, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε αρκετές ρυθμίσεις του θεσμού με διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις, οριστικοποιώντας τον κανονισμό λειτουργίας τους και καθιερώνοντας την καταβολή τέλους εγγραφής από τους καταρτιζόμενους (ΦΕΚ 593 Τ.Β’- 3 Αυγ. 1994 και ΦΕΚ 787 Τ. Β’, 12 Σεπ. 1995).
Παράλληλα, υπό το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών ΙΕΚ και υπό τις αναφορές της έκθεσης του ΟΟΣΑ το 1995, πυροδοτήθηκε εκ νέου ο δημόσιος λόγος για την ιδιωτική εκπαίδευση. Σε χαρακτηριστικά αποσπάσματα της έκθεσης ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει:
«…ανάπτυξη μιας τριτοβάθμιας ιδιωτικής εκπαίδευσης που θα παράγει τελειόφοιτους/πτυχιούχους με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα όπως αυτά που έχουν οι πτυχιούχοι κρατικών πανεπιστημίων…»
Καθώς επίσης:
«…Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν : τη θέσπιση καταβολής μικρών ποσών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση καθώς και αναγνώριση και ρύθμιση της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης…» (ΟΟΣΑ, 1995)
Από τις παραπάνω τοποθετήσεις και μέσα από το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο κινείται ο ΟΟΣΑ γίνεται σαφές ότι κυριαρχεί μια οικονομική θεώρηση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας και πολιτικής. Η λογική των θέσεων του ΟΟΣΑ ερμηνεύεται στη βάση της ελεύθερης αγοράς, στη βάση της εκπαίδευσης ως ανταγωνιστικό αγαθό δημοσίου συμφέροντος και όχι ως καθαρά δημόσιο αγαθό, στη βάση της εξυπηρέτησης των αναγκών της αγοράς εργασίας, στην βάση της χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αν και σε άλλα ζητήματα γύρω από την εκπαίδευση εντοπίζονται – συχνά συγκρουόμενα - κοινωνικής και εκπαιδευτικής φύσεως επιχειρήματα (περί κοινωνικού αποκλεισμού, ισότητας ευκαιριών, δικαίωμα στη γνώση κλπ) στην ουσία μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την έκθεση του ΟΟΣΑ ως μια προσεκτική και «με το γάντι» προώθηση φιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος της ιδιωτικής και γενικότερα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Σταθερά αρνητικό απέναντι σε κάθε επιχείρημα απελευθέρωσης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, το ΚΚΕ διατυπώνει σε κάθε ευκαιρία τις θέσεις του για το ζήτημα. Μια από τις αναφορές της περιόδου εντοπίζεται στον Ριζοσπάστη (17/2/1995) όπου η κα. Παπαρήγα τοποθετείται για άλλη μια φορά κατά οποιασδήποτε συνύπαρξης δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης που οδηγεί σε «…ομηρία του λαού…». Η βασική ιδεολογική παραδοχή διατυπώνεται ως το δικαίωμα στη γνώση με την εκπαίδευση να αποτελεί δωρεάν και δημόσιο αγαθό για όλους. Άλλες παρόμοιες εκφράσεις του δημόσιου λόγου του ΚΚΕ για την ιδιωτική εκπαίδευση παρουσιάζονται κατ’ εξακολούθηση στην αρθρογραφία της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» (29/07/1995, 21/10/1995).
Από τους υπόλοιπους πολιτικούς πρωταγωνιστές πιο καθαρά εντοπίζεται η θέση του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, σε δηλώσεις του στον Ελεύθερο Τύπο (03/07/1995) ο Γ. Παπανδρέου, με αφορμή την έκθεση του ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι δεν είναι αρνητικός απέναντι στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς όμως να τεκμηριώνει περαιτέρω την θέση του. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1995 (Πρακτικά Βουλής, 22/09/1995 και Ελευθεροτυπία, 22/09/1995) , ο Ευάγγελος Βενιζέλος έθεσε στη βουλή το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων ως υπόθεση εργασίας και συζήτησης ύστερα από πρόταση βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. Στην ίδια συνεδρίαση βέβαια, επισημάνθηκε από τον κ. Βενιζέλο ότι η συζήτηση αφορά μόνο τα μη-κερδοσκοπικά ιδρύματα ενώ αργότερα σε ερώτηση του  Γ. Αραβάνη από το ΚΚΕ, ο κ. Παπανδρέου απάντησε ότι δεν υπάρχει πρόθεση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (Πρακτικά Βουλής, 22/09/1995). Στο λόγο του ΠΑΣΟΚ διακρίνεται λοιπόν, μια θετική στάση παρόλο που αυτή δεν προωθείται και δεν τεκμηριώνεται αναλυτικά, ενδεχομένως εξαιτίας του πολιτικού κόστους που ενέχει αλλά και των εσωκομματικών διαφωνιών μιας τέτοιας πολιτικής. Άλλωστε, σε αποκάλυψη του Ελεύθερου Τύπου (01/06/1995) έχει προηγηθεί πρόταση της κ. Δεφίγγου, συνεργάτιδας του κ. Παπανδρέου για την ίδρυση και λειτουργία του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου ως Ν.Π.Ι.Δ.. Βέβαια, η αντισυνταγματικότητα της πρότασης και οι εσωκομματικές αντιδράσεις οδήγησαν στην απόρριψη της, που όμως παρόλα αυτά δηλώνει τάσεις εναρμόνισης της εκπαιδευτικής πολιτικής με την οικονομική θεώρηση του ΟΟΣΑ.
Περαιτέρω, μέσα από τον εθνικό τύπο της εποχής διατυπώνονται ο δημόσιος λόγος και της κοινής γνώμης όπου γενικότερα το ζήτημα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων αντιμετωπίζεται αρνητικά. Τέτοιες αναφορές παρουσιάζονται συχνά στην αρθρογραφία του κ. Φωτούλα για τον Ριζοσπάστη (29/07/1995, 21/10/1995), σε άρθρο της κ. Χριστολουκά στον Ελεύθερο (03/07/1995), στον Ελεύθερο Τύπο (31/07/1995) κοκ. Κυρίως όμως, οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στην έκθεση του ΟΟΣΑ. Σε αυτόν τον δημόσιο λόγο συνήθως κυριαρχούν πομπώδεις τίτλοι όπως «κατάργηση της δωρεάν παιδείας» κλπ δίνοντας το στίγμα της νοοτροπίας και της κουλτούρας της ελληνικής πραγματικότητας, ότι δηλαδή η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί δημόσιο και δωρεάν αγαθό υπό την προστασία του κράτους.

Επίλογος
Συνοψίζοντας τη θεματολογία του δημόσιου λόγου περί πρόσβασης για την περίοδο 1993-1996, είναι δυνατόν να εστιάσει κανείς σε ζητήματα όπως η παραπαιδεία, η ζήτηση για τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι ανάγκες της αγοράς εργασίας, η υποβάθμιση του Λυκείου, η καθιέρωση της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τα ζητήματα κάθε φορά δεν ήταν ξεκάθαρα, παρόλα αυτά προέκυπταν γύρω από τον λόγο για το θεσμό του Εθνικού Απολυτηρίου που επιχείρησε να εφαρμόσει το Υπουργείο Παιδείας.
Στις παραπάνω θέσεις και επιχειρηματολογία που παρουσιάστηκαν δόθηκε έμφαση όχι τόσο στην επιφάνεια του δημόσιου λόγου αλλά κυρίως στην συνέπεια, στη συνοχή και στη λογική την οποία εξυπηρετεί. Ως γενική διαπίστωση προκύπτει ότι στο πλαίσιο της δράσης τους τα κόμματα εξουσίας - ΠΑΣΟΚ και ΝΔ -  δίνουν προτεραιότητα στην εκπαιδευτική και οικονομική διάσταση της εκπαιδευτικής πολιτικής, αποσιωπώντας συχνά επιμέρους κοινωνικές ή άλλες προεκτάσεις των επιλογών τους. Από την άλλη πλευρά, αν και δεν είναι απαραίτητο να αποδεχτεί κανείς την «εκδοχή της αλήθειας» που διατυπώνεται από το ΚΚΕ, δεν μπορεί όμως να μην παρατηρήσει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι τοποθετήσεις του στηρίζονταν γερά πάνω στις ιδεολογικές παραδοχές της αριστερής προσέγγισης. Οι συνδικαλιστικοί φορείς, με αναφορά κυρίως στην ΟΛΜΕ, χωρίς ουσιαστική επιχειρηματολογία λειτούργησαν αναβλητικά και με γενικότητες, ενώ στην κοινή γνώμη, παρά ορισμένες αντιφάσεις, εντοπίστηκαν σημάδια μιας περισσότερο αριστερής αντίληψης και ιδεολογίας για την εκπαίδευση. Σύμφωνα λοιπόν, με το δημόσιο λόγο που εντοπίστηκε και διερευνήθηκε σχετικά με τη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, γίνεται σαφές ότι τα υποκείμενα του λόγου αυτού δρουν κατά κανόνα είτε στη βάση συγκεκριμένης ιδεολογικής αφετηρίας είτε στη βάση συλλογικού και ατομικού συμφέροντος και ισχύος.



Αναφορές
Επανάσταση στην παιδεία. Αυριανή, 28 Ιουλίου 1994.
Ανατρέπεται το καθεστώς της δωρεάν παιδείας: Από φέτος τα πρώτα ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Ελεύθερος Τύπος, 7 Ιουλίου 1995, σελ.50.
Γαλάνη Ελένη. Σταδιακή εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου. Καθημερινή, 9 Ιουνίου 1996, σελ. 2.
Καταβολή διδάκτρων στα ΑΕΙ. Ελεύθερος, 3 Ιουλίου 1995, σελ.5.
Λάττα Όλγα. Απολυτήριο-εισιτήριο για τους αποφοίτους του ‘99. Νίκη, 29 Ιουλίου 1995, σελ.6.
Λιάτσου Ολυμπία. Το νέο σύστημα γενικών εξετάσεων. Ελευθεροτυπία, 18 Σεπτεμβρίου 1995,  σελ.52-53.
Μ.Γ.  ΑΕΙ: Το νέο σύστημα εισαγωγής. Ελευθεροτυπία, 28 Ιουλίου 1995, σελ.17.
Μανώλη Γιούλη. Άνω κάτω το Υπουργείο Παιδείας. Ελεύθερος Τύπος, 1 Ιουνίου 1995, σελ.10.
Μέρες δράσης για δημόσια και δωρεάν παιδεία: Επεκτείνονται οι κινητοποιήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης. Ριζοσπάστης, 29 Νοεμβρίου 1995. Διαθέσιμο από www.hri.org/news.
ΟΟΣΑ (1995). Έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα. Διαθέσιμο από www.edu.uoc.gr.
Παιδεία πράξη β’ από τον παππού στον εγγονό: Το «εθνικό απολυτήριο» διαβατήριο για τα ΑΕΙ. Νίκη, 29 Ιουλίου 1995, σελ.6.
Πανεπιστήμιο ανοικτό στους νέους. Αυγή, 2 Ιουνίου 1996, σελ. 24.
Πρακτικά Βουλής, 12 Οκτωβρίου 1996.
Πρακτικά Βουλής, 18 Οκτωβρίου 1996.
Πρακτικά Βουλής, 22 Σεπτεμβρίου 1995.
Πρακτικά Βουλής, 7 Σεπτεμβρίου 1994.
Ράπτη Συλβάνα. Θολό το απολυτήριο: Θεσμικό κεραυνό χαρακτηρίζει το νομοσχέδιο ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ. Τα Νέα, 10 Ιουνίου 1996, σελ. 12.
Σεμινάριο - βόμβα στα θεμέλια της παιδείας είναι οι κατευθύνσεις του Ο.Ο.Σ.Α. για την εκπαίδευση. Ριζοσπάστης, 21 Οκτωβρίου 1995. Διαθέσιμο από www.hri.org/news.
Στεφανάκου Πικία. Εισαγωγή στα Πανεπιστήμια: Τα υπέρ και τα κατά όλων των προτάσεων. Αυγή, 2 Ιουνίου 1996, σελ. 25.
Στεφανάκου Πικία. Με εθνικό απολυτήριο από το 1999. Αυγή, 6 Ιουνίου 1996,  σελ.7.
Στις προτεραιότητες των λαϊκών αγώνων το εκπαιδευτικό πρόβλημα. Ριζοσπάστης, 17 Φεβρουαρίου 1995, σελ.10-11.
Σύστημα για αγράμματους. Ελεύθερος Τύπος, 28 Ιουλίου 1994.
Τα Νέα του Πολυτεχνείου Κρήτης. (1996). Περιοδική Έκδοση «2». Χανιά: Πολυτεχνείο Κρήτης. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: www.tuc.gr/488.html.
Τρίγκα Ν. Μετεξεταστέα τέσσερα μέτρα για την παιδεία. Έθνος, 16 Οκτωβρίου 1996, σελ.16-17.
Φωτούλας Γιάννης. Η δημόσια δωρεάν παιδεία στο απόσπασμα. Ριζοσπάστης, 21 Οκτωβρίου 1995, σελ.18-19.
Φωτούλας Γιάννης. Νέο σύστημα εισαγωγής σε ΑΕΙ-ΤΕΙ: Νέοι φραγμοί στη μόρφωση, ενισχύεται η παραπαιδεία. Ριζοσπάστης, 29 Ιουλίου 1995, σελ.15
Χριστολουκά Νάντια. Σχέδιο σαρωτικών αλλαγών στην παιδεία από εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ: Προτείνουν καταβολή διδάκτρων στα ΑΕΙ. Ελεύθερος, 3 Ιουλίου 1995.
OECD (1997). Reviews of National Policies for Education. Greece, OECD, Paris. Διαθέσιμο από www.eric.ed.gov.


[1] Παρόλο που η τελική έκθεση δημοσιοποιήθηκε επίσημα από τον ΟΟΣΑ το 1997, τα βασικά πορίσματα της επιτροπής των  εμπειρογνωμόνων του ΟΟΣΑ είχαν γνωστοποιηθεί από τον Ιούνιο του 1995.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

I am the future citizen of the world

I am the future citizen of the world
A scathcing irony upon contemporary technocatic society

I am the future citizen of the world’s new cosmopolis. I am a man of mission, an important part of the world machine and a consistent resource for the global product. I consider myself a global citizen, thus I have no country. I live wherever I am needed, thus I have no home.  I am an accurate clock-work driven citizen, thus time is always on my side. I can interact and communicate with any people from around the world through optical fibres and satellite transmissions, thus any face-to-face interpersonal contact is not a priority to me. I have constructed my own real virtuality, thus I can escape any annoying physical realities. In fact, I am free to create, destroy, change, transform and evolve with the speed and through the power of a mouse click; I am a global God for the first time in the history of man.
I make my living by being a successful employee, specialized in what I do, effective and committed to the goals of each project that I serve. I have hundreds of skills, all necessary to carry out my missions. I can quantify and measure the results of my own work and I count for a cost-benefit human resource for my employer. I am clearly measurable and guided by numbers. Regardless of the demands of the project I work on, I always succeed since I am fully qualified, flexible, adjustable, productive and responsible towards the principles of accountability.
I have developed an intercultural personality, trained to achieve effective communication under all work conditions. I am collaborative and I can successfully manage and interact with people culturally different from me. I always listen carefully to my colleagues, review, estimate and evaluate the benefits, the risks and the cost of their arguments. I can get through crises, conflicts and misunderstandings without deviating from my initial goals. After all, I have a master’s degree in Human Resources Management and Human Communication, and plenty of experience working with humans.
Although I am an almost perfect citizen I never stop learning trying to achieve a higher level of development. I am an expert in revealing, combining and constructing new knowledge that would push my professional development or promote my working projects. Furthermore, I discover all the valuable information and data, I search, research and evaluate all the effecting parameters, I estimate the risks, costs, uncertainties and decide which knowledge I should absorb, which new skills I should develop and which previous skills I should enrich or put aside. In fact, more or less, I am the “state of the art” citizen; thus, I determine, define and construct the “state of the art” knowledge.
If you are still reading this odd autobiography perhaps you should also know that I am not married. No, I am not against love or relationships. It’s just that the anachronistic social factors have no longer any power on me. I am financially independent, ethically liberated, socially acceptable and I have not the luxury of time or money to start a family. Further, my “descendants” will be my career achievements, the knowledge I constructed and my reputation as a perfect citizen; thus I have no reason or interest in getting married. …On second thought… maybe I could discuss having a child, but firstly I would evaluate and resolve any responsibility, time and money issues.
If you want to know me better, you can very easily learn more about me. As I have already said, I am measurable, thus I have been “measured” many times. My personal and professional data, my skills and my competencies, my work and my achievements are available online, in order to serve anyone with interest in my life curriculum. The first thing you should do is to “google” me. I am sure you‘ll find out useful information somewhere on the net and I will be proud to know that you found all the important details of my life. Learn from me, read my essays, study my reports, look into my social activities, download me, categorize me, but most of all evaluate me. Although I am perfect, I need to get better than that.
I am the future citizen of the world. One global truth that guides my political actions is the one that argues that social realities are dead. Long live the physical realities, the individual realities, the measurable realities, the virtual realities or the real virtualities. Translating those thoughts, I declare that my political actions are triggered by measurable economical needs and goals that would, could or should confirm, enforce or amplify my liberated technocratic existence. Politically speaking, I vote for those policies and I fight for those policies. I fight for effective educational organizations and not for public educational system, since the second has neither the flexibility nor the ability to identify and serve the needs of my potential employers. I fight for strong, decentralized local communities that could behave like a healthy, productive and competitive cooperation of citizens. I fight for global digital and virtual communities that will spread the power and the truth of numbers. I fight for accountability according to specified requirements and measures. I fight for the predominance of the competent ones through a global evaluation system that surpasses the stiffness of traditional democracy. I fight for the freedom of the global market and for the victory against any local, national or cultural barriers. Finally, I fight so that the human species will evolve into a measurable existence like mine. 
That’s who I am, that’s what I do. I am the rational version of the human kind. That’s how I have built my future and my career. That’s how I have created reality. Step by step, by renouncing the values and the assumptions of the past that are fading into the present, by psychoanalyzing and getting through any emotional restrains of my childhood. I am talking about a gradual change that has transformed me into a functional and ambitious member of the world system. 
And I succeeded, and everything worked clockwork perfect… till a few days ago… when I attended a unique lecture about “reinventing the Humanistic Paideia” followed by an inspiring performance of a well respected academic professor. I will not refer to the content of the lecture but I must confess that something fluttered inside me during that time; a romantic vision from the past woke up and it stood against the modern technocratic truth…
Still, I am the future citizen of the world and I suffer from a disease of ideological dilemmas. Even if I am lost or confined somewhere in-between numbers and indicators, deep inside me I cannot deeply accept that there is no alternative, as my “fellow” technocrats are arguing. If I have something worthy to say is that if you want your future different from what I previously – to exaggerate – described, then maybe you should try to change it. I do not know when, how or at what cost it might be done, but I have the feeling that an alternative future – less measurable, slightly more romantic and more humanistic – could and should be envisioned and achieved.

Gerasimos Lountzis
Teacher
Master in Comparative Education